Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

Μια ιστορία 130 χρόνων

Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά από ψηλά
  1. 1884 Θεμελίωση του θεάτρου, 24 Ιουνίου
  2. 1895 Επίσημα εγκαίνια, 9 Απριλίου
  3. 1980 Χαρακτηρίζεται προστατευόμενο μνημείο
  4. 2008 Ξεκινά η αποκατάσταση του κτιρίου

Πρώτη Στάση

Από τους ερειπιώνες στο μεγάλο λιμάνι. Η αυγή μιας νέας πόλης

Η ιστορία του Πειραιά ξεκινά ουσιαστικά εκ του μηδενός το 1833, όταν με βασιλική εντολή του Όθωνα οι αρχιτέκτονες Κλεάνθης και Εδουάρδος Σάουμπερτ ανέλαβαν τον σχεδιασμό μιας μοντέρνας πόλης ανάμεσα στα δύο λιμάνια, σε έναν τόπο που ως τότε ήταν ένας αρχαίος ερειπιώνας. Η ίδρυση του Δήμου, με το Βασιλικό Διάταγμα την 1η Οκτωβρίου 1835, σηματοδότησε την αρχή μιας ταχύτατης μετάβασης από έναν νεόφυτο οικισμό σε ένα δραστήριο αστικό κέντρο. Η πόλη μετατράπηκε σε σημείο υποδοχής εσωτερικών και εξωτερικών μεταναστών, εμπόρων, ναυτικών, αλλά και επιχειρηματιών. Υδραίοι, Χιώτες, Ψαριανοί, Κρήτες και Μανιάτες, μαζί με προσωπικότητες από την Κωνσταντινούπολη, την Ιταλία και την κεντρική Ευρώπη, δημιούργησαν τις πρώτες συνοικίες γύρω από το λιμάνι και στους γύρω λόφους.

Παρά τις σοβαρές δοκιμασίες, όπως η φονική επιδημία χολέρας το 1854 κατά τη Αγγλογαλλική κατοχή, ο Πειραιάς αναπτύχθηκε ραγδαία. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1870 εξελίχθηκε σε κορυφαίο βιομηχανικό και ναυπηγικό κέντρο με την ίδρυση εμβληματικών μονάδων (όπως το Ναυπηγείο-Μηχανοποιείο Βασιλειάδη, το Κλωστοϋφαντουργείο Ρετσίνα και το Κεραμοποιείο Δηλαβέρη) που διαμορφώνουν την οικονομική ταυτότητα της πόλης, ενώ συνδέθηκε σιδηροδρομικά με την Αθήνα το 1869.

Παράλληλα με την οικονομική και πληθυσμιακή έκρηξη, αναπτύχθηκε η πνευματική και πολιτιστική ζωή. Το θέατρο στον Πειραιά έκανε τα πρώτα του βήματα ξεκινώντας από τη «μάντρα του Σκυλίτση» και περνώντας στη συνέχεια στις ξύλινες κατασκευές της μάντρας Ρετσίνα και Βραχνού, όπου φιλοξενούνταν ελληνικοί θίασοι και έργα πατριωτικού χαρακτήρα. Η θεατρική εδραίωση κορυφώθηκε με την απόφαση ανέγερσης του εμβληματικού Δημοτικού Θεάτρου στην πλατεία Κοραή. Σε σχέδια του διακεκριμένου αρχιτέκτονα Ιωάννη Λαζαρίμου, το αρχιτεκτονικό αυτό κόσμημα άνοιξε τις πόρτες του με κάθε επισημότητα στις 9 Απριλίου 1895, σφραγίζοντας έτσι μια νέα, χρυσή εποχή για τον πολιτισμό του Πειραιά. Η πρώτη παράσταση, η Μαρία Δοξαπατρή, σηματοδότησε την έναρξη μιας περιόδου έντονης καλλιτεχνικής δραστηριότητας με κλασικά και νεοελληνικά έργα, προτού η λειτουργία του διακοπεί προσωρινά λόγω του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897.

Ταυτόχρονα, η πόλη αποτελούσε πηγή έμπνευσης για σπουδαίους δημιουργούς, ο θαλασσογράφος Κωνσταντίνος Βολανάκης αποτύπωσε την εικόνα του λιμανιού. Παράλληλα, ιδρύεται ο «Μουσικός-Γυμναστικός Σύλλογος» ο οποίος μετασχηματίστηκε στον Μεσοπόλεμο στον σημερινό «Πειραϊκό Σύνδεσμο», ενώ διαμορφώθηκε το πρώτο φιλολογικό σαλόνι του Πειραιά γύρω από τον Παύλο Νιρβάνα, καθώς και μια «ποιητική σχολή», όπως θα την αποκαλέσει ο Νιρβάνας, στη Φρεαττύδα, με εκπροσώπους όπως ο Λάμπρος Πορφύρας και ο Γεώργιος Στρατήγης.

Αυτή η συνάντηση διαφορετικών κόσμων και κοινωνικών στρωμάτων χάραξε ανεξίτηλα τον ιδιότυπο χαρακτήρα της πόλης. Δίπλα στα νεοκλασικά μέγαρα, τα δημόσια ιδρύματα όπως το Τζάνειο Νοσοκομείο και την πνευματική αίγλη της Ιωνιδείου Σχολής, συνυπήρχε η σκληρή, λαϊκή καθημερινότητα των λιμενεργατών, των ναυτικών και των μεταναστών. Στις παρυφές της πόλης, από τα πρώτα κιόλας χρόνια, η περιθωριακή ζωή αποτυπωνόταν στα αυτοσχέδια πορνεία δίπλα στην αγορά και αργότερα στο δημοτικό πορνείο των Βούρλων στη Δραπετσώνα, ενώ στην άκρη του λιμανιού, το πρώτο ζυθοπωλείο του Ισπανού Χαβιέ Στέλλα χάριζε το όνομά του στην ακτή Ξαβερίου. Παράλληλα, ο Πειραιάς αγκάλιασε τον αθλητισμό και την αναψυχή, διαμορφώνοντας το Νέο Φάληρο σε κοσμική λουτρόπολη με θέατρα και ξενοδοχεία, ενώ στο «Μνήμα Γάλλου» κατασκευάστηκε το Ποδηλατοδρόμιο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 –στη θέση του σημερινού Σταδίου «Γ. Καραϊσκάκης». Έτσι, στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Πειραιάς δεν αποτελούσε πλέον απλώς το επίνειο της Αθήνας, αλλά έναν ολοκληρωμένο, ακατέργαστο και σφύζοντα αστικό οργανισμό με δική του αυτόνομη προσωπικότητα.

Δεύτερη Στάση

Η αναζήτηση ταυτότητας. Από τη «Νέα Σκηνή» στη σιωπή του πολέμου.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Πειραιάς εισήλθε σε μια εξαιρετικά ταραγμένη αλλά και δημιουργική περίοδο. Η διαρκής πολιτική και πολεμική κρίση από το 1897 έως το 1922 μετέτρεψε το λιμάνι σε πύλη σωτηρίας για εκατοντάδες χιλιάδες κατατρεγμένους. Υπολογίζεται ότι πάνω από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες από την Κρήτη, τη Μαύρη Θάλασσα, την Αρμενία και τη Μικρά Ασία πέρασαν από την πόλη, με περίπου 100.000 να εγκαθίστανται μόνιμα σε αυτοσχέδιους οικισμούς που αργότερα εξελίχθηκαν στις συνοικίες της Δραπετσώνας, της Κοκκινιάς, του Κερατσινίου και του Περάματος. Αυτή η βίαιη πληθυσμιακή διόγκωση συνοδεύτηκε από κοινωνικές εντάσεις αλλά και από την ανάγκη κοινωνικής μέριμνας.

Παράλληλα, οι άθλιες συνθήκες εργασίας στα εργοστάσια και το λιμάνι μετέτρεψαν τον Πειραιά σε λίκνο του ελληνικού εργατικού κινήματος. Εδώ ιδρύθηκε το ΣΕΚΕ (μετέπειτα ΚΚΕ) και ολοκληρώθηκε το 1918 στο Δημοτικό Θέατρο το ιδρυτικό συνέδριο της ΓΣΕΕ, ενώ οι μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις, όπως αυτή στο Πασαλιμανί το 1923 που σημαδεύτηκε από πολύνεκρες συγκρούσεις, αντικατόπτριζαν το βάθος των κοινωνικών αντιθέσεων.

Στο πεδίο του πολιτισμού, το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά προσπαθούσε να βρει την ταυτότητά του μέσα σε έναν κόσμο που άλλαζε ραγδαία. Η λειτουργία του επηρεάστηκε από τις κοινωνικές διαιρέσεις, καθώς η χρήση της καθαρεύουσας και το ακριβό εισιτήριο εμπόδιζαν την ουσιαστική επικοινωνία με τη λαϊκή βάση. Την περίοδο 1900-1916 το θέατρο φιλοξενούσε κυρίως λυρικό θέατρο, αλλά και σποραδικούς θιάσους, όπως με την ιστορική παράσταση Η Έξωσις του Όθωνος (1906) από τους Ε. Παντόπουλο και Δ. Ταβουλάρη, καθώς και τη Μποτίλια (1908) από τον θίασο της Κυβέλης.

Η πλέον φιλόδοξη και ρηξικέλευθη προσπάθεια υπήρξε η ίδρυση της «Νέας Σκηνής» το 1901 από τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, η οποία υποστηρίχθηκε από σπουδαίους Πειραιώτες και διανοούμενους (Κ. Παλαμά, Γ. Στρατήγη, Π. Νιρβάνα, Λ. Πορφύρα). Η "Νέα Σκηνή" ανέβασε την "Άλκηστη" του Ευριπίδη στη δημοτική, πυροδοτώντας πρωτοφανείς αντιδράσεις. Ωστόσο, παρά τις μετέπειτα προσπάθειες προσέλκυσης του κοινού με βουλεβάρτα και κωμωδίες (Κάτι ξέρω, 1904) και τη συμμετοχή μεγάλων ηθοποιών όπως η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου και η Κυβέλη Ανδριανού-Μυράτ, η απόφαση του Δήμου Πειραιά να μην επιδοτήσει τις παραστάσεις έφερε το άδοξο τέλος του θιάσου.

Στα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το σκηνικό πάγωσε και το θέατρο έμεινε ανενεργό, αντικατοπτρίζοντας την παράλυση της πόλης υπό τη συμμαχική κατάληψη το 1916. Ενώ, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’20 κυριαρχούν οι οπερέτες με τους θιάσους πρωταγωνιστών/ριών να κάνουν περιοδικές εμφανίσεις. Έτσι, το Δημοτικό Θέατρο παρέμεινε ένας τόπος υψηλής ευθύνης και τραγικών αντιφάσεων, όπου ο λαϊκός μόχθος, η προσφυγική τραγωδία και η λογοτεχνική άνθηση της Φρεαττύδας (με τους Βουτυρά, Πορφύρα, Πικιώνη) συνέθεταν το ζωντανό πρόσωπο του Πειραιά.

Τρίτη Στάση

Ανάμεσα στο φως του Μεσοπολέμου και το σκοτάδι της Κατοχής.

Στα χρόνια του Μεσοπολέμου, ο Πειραιάς μεταμορφώθηκε σε ένα πολυπολιτισμικό μωσαϊκό, όπου το ρεμπέτικο, ο αμανές, το κεμπάπ, ο καραγκιόζης και η μικρασιατική κουλτούρα μπολιάστηκαν με τη λαϊκή καθημερινότητα των νέων δήμων, όπως η Νίκαια και το Κερατσίνι.

Μέσα σε αυτή την εκρηκτική συλλογική ενέργεια της πόλης, ο αθλητισμός αναδείχθηκε σε κυρίαρχη έκφραση της τοπικής ταυτότητας και της εργατικής γειτονιάς, το 1923 ιδρύεται ο Εθνικός Όμιλος Φιλάθλων Πειραιώς-Φαλήρου και το 1925 ο Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς, δύο αθλητικά σωματεία που έμελλε να σφραγίσουν την αθλητική ιστορία του επινείου.

Μέσα σε αυτό το δυναμικό περιβάλλον, το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά αναδείχθηκε σε κεντρικό κύτταρο πολιτισμού, προσπαθώντας να διαμορφώσει μια ουσιαστική σχέση ευθύνης με έναν κόσμο που άλλαζε ραγδαία.

Κατά τη δεκαετία του 1920 και του 1930, στη Σκηνή του κυριάρχησαν δημοφιλείς θίασοι κωμωδίας (όπως, του Βασίλη Αργυρόπουλου και του Βασίλη Λογοθετίδη), καθώς και ευκαιριακές εμφανίσεις θιάσων ρεπερτορίου της Μαρίκας Κοτοπούλη, της Κυβέλης και της Ελένης Χαλκούση. Ιδιαίτερη απήχηση στο πειραϊκό κοινό είχαν οι περίφημες οπερέτες του Θεόφραστου Σακελλαρίδη (Δαιμονισμένη, Το διαβολόπαιδο κ.α) και του Αρκάντιου Χατζηαποστόλου (Οι Απάχηδες των Αθηνών, Πώς περνούν οι παντρεμένοι κ.α.), ενώ παράλληλα το Θέατρο φιλοξενούσε πολλές ερασιτεχνικές παραστάσεις από τη Δραματική Σχολή του Ωδείου Πειραιώς και την Πρότυπο Δραματική Σχολή.

Η περίοδος αυτή σημαδεύτηκε από σημαντικά καλλιτεχνικά γεγονότα. Το 1929–1930 συγκροτήθηκε η Εταιρεία Ελλήνων Καλλιτεχνών με ένα πλούσιο και εναλλασσόμενο ρεπερτόριο που περιλάμβανε από τους Αθλίους του Ουγκώ και την Ανάσταση του Τολστόι μέχρι την Αντιγόνη του Σοφοκλή. Στις 3 Ιανουαρίου 1931, ο σπουδαίος Πειραιώτης ηθοποιός Αιμίλιος Βεάκης ανέβηκε στη σκηνή του Δημοτικού, καθηλώνοντας το κοινό ως Γιάννης Αγιάννης. Λίγο αργότερα, στις 21 Νοεμβρίου 1931, γράφτηκε ιστορία όταν οι δύο μεγάλες «κυρίες» του ελληνικού θεάτρου, η Κυβέλη και η Μαρίκα Κοτοπούλη, παρά την έντονη προσωπική τους διαμάχη, συνέπραξαν στη Μαρία Στιούαρτ του Φρίντριχ Σίλλερ. Τα σκηνικά της ιστορικής αυτής παράστασης υπέγραψε ο σπουδαίος Πειραιώτης αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης σε συνεργασία με τον Γιώργο Στέρη. Η δημιουργική αυτή πορεία διακόπηκε βίαια στις 28 Οκτωβρίου 1940 με την είσοδο της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, η λειτουργία του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά αλλοιώθηκε δραματικά, καθώς επιτάχθηκε και χρησιμοποιήθηκε ως κέντρο διασκέδασης για τα γερμανικά στρατεύματα.

Την ίδια στιγμή, η πόλη βίωνε τη φρίκη του λιμού του 1942–1943 με 11.000 νεκρούς και τους καταστροφικούς βομβαρδισμούς του 1941 και του 1944. Ιδιαίτερα ο φονικός συμμαχικός βομβαρδισμός της 11ης Ιανουαρίου 1944 ισοπέδωσε ολόκληρες συνοικίες, ενώ στο καταφύγιο της Ηρώων Πολυτεχνείου καταπλακώθηκαν 85 μαθήτριες της Οικοκυρικής Σχολής. Μετά την Κατοχή, τις μαζικές εκτελέσεις του Μπλόκου της Κοκκινιάς και τις αιματηρές μάχες των Δεκεμβριανών του '44, το Θέατρο επανήλθε στη λειτουργία του μέσα σε ένα έντονα πολωμένο κλίμα. Έτσι, το Δημοτικό Θέατρο έκλεισε αυτόν τον κύκλο έχοντας αποτυπώσει στο σώμα του όλες τις δόξες, τις αναζητήσεις αλλά και τις τραγωδίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

Τέταρτη Στάση

Ο Άγγελος της Ιστορίας. Μεταπολεμική ανασυγκρότηση και η βίαιη τομή της Δικτατορίας.

Μετά την καταστροφή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Πειραιάς καλείται να επουλώσει τις βαθιές πληγές των βομβαρδισμών και της πείνας. Με την επιδιόρθωση των υποδομών του λιμανιού έως το 1949, η βιομηχανία ανακάμπτει με περίπου 3.500 μονάδες, ενώ ο πληθυσμός αυξάνεται ραγδαία. Η καθημερινότητα σημαδεύεται από έντονα κύματα τόσο εσωτερικής όσο και εξωτερικής μετανάστευσης, που ανασχηματίζουν τον κοινωνικό ιστό, την απόδραση των 27 βαρυποινιτών πολιτικών κρατουμένων από τις φυλακές Βούρλων το 1955, αλλά και τη «Μάχη της Παράγκας» στη Δραπετσώνα το 1960, η οποία ενέπνευσε τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Τάσο Λειβαδίτη να γράψουν το εμβληματικό τραγούδι «Δραπετσώνα». Παράλληλα, ο Πειραιάς μετατρέπεται σε φυσικό σκηνικό για τον κινηματογράφο (Στέλλα, Ποτέ την Κυριακή, Κόκκινα Φανάρια, Συνοικία το Όνειρο).

Στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, η μεταπολεμική περίοδος (1947–1967) καταγράφεται ως η χρυσή του εποχή. Από το 1947 έως το 1960, το Θέατρο λειτουργεί ουσιαστικά ως δεύτερη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, φιλοξενώντας ιστορικές παραστάσεις, όπως η Βαβυλωνία του Δ. Βυζάντιου σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη, οι Πέρσες του Αισχύλου (1948) με τον Στέλιο Βόκοβιτς, ο Αμφιτρύων του Μολιέρου με τον Δημήτρη Χορν και τη Μαρίκα Αρώνη, καθώς και το Τραγούδι της κούνιας (1948), όπου εμφανίζεται η νεαρή Μελίνα Μερκούρη δεχόμενη καυστικές κριτικές από τον τοπικό τύπο για την «περίεργη απαγγελία της». Το 1950 ο Δημήτρης Χορν και η Έλλη Λαμπέτη πρωταγωνιστούν στους Φοιτητές του Ξενόπουλου, ενώ το 1951 ο Κάρολος Κουν σκηνοθετεί το Άνθρωποι και Ποντίκια του Στάινμπεκ με τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, μία από τις ελάχιστες σκηνοθεσίες του εκτός Θεάτρου Τέχνης. Το 1953 η Αλίκη Βουγιουκλάκη κάνει μία από τις πρώτες της εμφανίσεις στον Κατά φαντασίαν ασθενή.

Κορυφαίο σταθμό αποτελεί το 1957, όταν ο Δημήτρης Ροντήρης, με την ενθάρρυνση του Δημάρχου Δ. Σαπουνάκη και του δημοτικού συμβούλου Νικηφόρου Βρεττάκου, ιδρύει το «Πειραϊκό Θέατρο» με έδρα το Δημοτικό. Η πρεμιέρα γίνεται στις 5 Δεκεμβρίου 1957 με τη Δωδέκατη Νύχτα του Σαίξπηρ (100 παραστάσεις). Το Πειραϊκό Θέατρο πειραματίζεται πάνω στο αρχαίο δράμα και πραγματοποιεί διεθνείς περιοδείες με τους Πέρσες και την Ηλέκτρα (με την Ασπασία Παπαθανασίου), αποσπώντας παγκόσμια αναγνώριση, πριν η συνεργασία λυθεί άδοξα το 1959. Τη δεκαετία του '60, το Θέατρο μετατρέπεται σε μουσικό και πολιτιστικό πόλο, το 1961, το 1962 και το 1966 διοργανώνονται μεγάλες συναυλίες του Μίκη Θεοδωράκη, ενώ το 1965 ο θίασος Αλέκου Αλεξανδράκη ανεβάζει το Έγκλημα και Τιμωρία σε σκηνοθεσία Γιώργου Σεβαστίκογλου.

Η επιβολή της Δικτατορίας το 1967 διακόπτει απότομα αυτή την άνθηση. Υπό τον διορισμένο δήμαρχο Αριστείδη Σκυλίτση, το κέντρο του Πειραιά υφίσταται βίαιη πολεοδομική αλλοίωση με την κατεδάφιση του «Ρολογιού», της Δημοτικής Αγοράς και της Ραλλείου, ενώ κλείνουν τα πορνεία της Τρούμπας και επιχωματώνεται η αμμουδιά του Φαλήρου. Παράλληλα, κατασκευάζονται μεγάλα έργα, όπως το Στάδιο «Γεώργιος Καραϊσκάκης» και η λεωφόρος Ποσειδώνος που μεταμορφώνουν οριστικά την περιοχή. Παρά την πολιτική καταπίεση, από τη σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου περνούν σπουδαίες παραστάσεις. Η Κατίνα Παξινού δίνει την τελευταία της θεατρική παράσταση στο Μάνα Κουράγιο του Μπρεχτ (1971), ο Δημήτρης Χορν πρωταγωνιστεί στον Ερρίκο Δ΄ (1968) και στον Ριχάρδο Γ΄ (1972), ο Σπύρος Ευαγγελάτος προκαλεί αίσθηση με το νεοτερικό ανέβασμα του Μισάνθρωπου του Μολιέρου (1971), ενώ το 1973 ο Μάνος Κατράκης ενσαρκώνει τον Δον Κιχώτη σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι.

Πέμπτη Στάση

Από τα βουβά χρόνια στη μεγάλη επιστροφή. Η προσπάθεια αποκατάστασης του Δημοτικού Θεάτρου

Στη μεταπολιτευτική περίοδο, ο Πειραιάς επηρεάζεται βαθιά από τις οικονομικές ανακατατάξεις, την αποβιομηχάνιση και τη ραγδαία αστική μεταμόρφωση. Η παρακμή και το κλείσιμο ιστορικών εργοστασίων, όπως τα Λιπάσματα Δραπετσώνας και οι μονάδες της οδού Πειραιώς, εκτινάσσουν την ανεργία, ενώ η συνεχής ανοικοδόμηση και η περιβαλλοντική επιβάρυνση αλλοιώνουν τον αστικό ιστό. Παράλληλα, οι κάτοικοι αναπτύσσουν νέες μορφές συλλογικής αντίδρασης, διασώζουν το καμίνι του Δηλαβέρη το 1985, αποτρέπουν την εμπορευματοποίηση των Λιπασμάτων (που το 2015 μετατρέπονται σε πάρκο), ενώ η παρέμβαση της Μελίνας Μερκούρη οδηγεί στην απελευθέρωση των αρχαίων τειχών της Πειραϊκής. Την ίδια στιγμή, ο Πειραιάς γίνεται σκηνικό σε έργα σπουδαίων δημιουργών όπως, ο Γιάννης Κουνέλλης, ο Διονύσης Χαριτόπουλος, ο Κώστας Μουρσελάς και ο Κωνσταντίνος Τζούμας.

Για το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, η Μεταπολίτευση σηματοδοτεί την είσοδο σε μια μακρά περίοδο απαξίωσης και περιορισμού των παραστάσεων του Εθνικού και της Λυρικής. Παρά την παρακμή, καταγράφονται ορισμένες σπουδαίες στιγμές, οι ιστορικές Τρωάδες (1977) του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία, μετάφραση και σκηνικά Γιάννη Τσαρούχη, ο Χριστόφορος Κολόμβος (1975) με το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη, ο Ταρτούφος (1978) από το Αμφιθέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου, ο Βασιλικός του Α. Μάτεση (1984) με τον Νίκο Τσακίρογλου και το Καμίνο Ρεάλ του Τ. Ουίλιαμς (1974) σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού. Παράλληλα, την πειραϊκή σκηνή λαμπρύνουν ξένοι θίασοι, όπως το πρωτοποριακό Living Theatre με την Αντιγόνη του Μπρεχτ το 1979, η Όπερα της Οδησσού το 1994.

Η κατάσταση του κτιρίου επιδεινώνεται δραματικά από τους καταστροφικούς σεισμούς. Ο σεισμός του 1981 προκαλεί σοβαρές στατικές ζημιές, αλλά πρωτοβουλίες αρχιτεκτόνων και δημοτικών συμβούλων αποτρέπουν την κατεδάφιση. Ο σεισμός της Πάρνηθας το 1999 προκαλεί νέες βλάβες στη στέγη και στο αέτωμα, οδηγώντας στο μόνιμο κλείσιμο του θεάτρου. Το κτίριο παραμένει βουβό, έως τις 13 Απριλίου 2003, όταν ημερίδα Πειραιωτών διανοουμένων στο Πανεπιστήμιο Πειραιά ενεργοποιεί τον Δήμο και το Υπουργείο Πολιτισμού. Οι μελέτες και τα έργα αποκατάστασης που ξεκίνησαν το 2008 ολοκληρώνονται το 2013.

Έκτη Στάση

Ερμηνεύοντας το μέλλον. Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά ως ζωντανός οργανισμός της πόλης.

Από το 2013, όταν οι πύλες του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά άνοιξαν ξανά μετά από χρόνια σιωπής και πολυετείς εργασίες αποκατάστασης, η πόλη πέρασε σε μια νέα εποχή πολιτιστικής ανάτασης. Η αναστύλωση του ιστορικού κτιρίου δεν προσέφερε απλώς πίσω στον Πειραιά το αρχιτεκτονικό του κόσμημα, αλλά συνδυάστηκε με μια ριζικά διαφορετική διοικητική και καλλιτεχνική λειτουργία. Ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, το θέατρο κατάφερε να μετατρέψει τις εσωτερικές συγκρούσεις, τις ιστορικές υπερβολές και τις πληγές των σεισμών σε αφετηρία ανάπτυξης και μέλλοντος, λειτουργώντας σαν μια σπείρα που ανελίσσεται διαρκώς. Αναπτύσσοντας κοινωνικούς αυτοματισμούς και άμεσες παρεμβάσεις, το θέατρο επαναπροσδιορίζει τη σχέση της τέχνης με τις σύγχρονες προκλήσεις, τις πληθυσμιακές μετακινήσεις, τις κοινωνικές συγκρούσεις και την περιβαλλοντική κρίση.

Την περίοδο 2013–2024 το Δημοτικό Θέατρο ξαναβρήκε οριστικά το κοινό του, παρουσιάζοντας ένα πυκνό, πολυεπίπεδο και εξαιρετικά τολμηρό ρεπερτόριο. Σπουδαίοι διεθνείς δημιουργοί εμπιστεύτηκαν τη σκηνή του, όπως ο Peter Brook και η Marie-Hélène Estienne με την Κοιλάδα των Εκπλήξεων (2014), ο Peter Stein με τον Μισάνθρωπο του Μολιέρου (2023), καθώς και ο Robert Wilson με τις Τρεις Ψηλές Γυναίκες του Έντουαρντ Άλμπη (2024). Παράλληλα, η αφρόκρεμα της ελληνικής σκηνοθεσίας υπέγραψε παραστάσεις που σημείωσαν τεράστια επιτυχία, η Ομήρου Ιλιάδα σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού (2013), οι Καβγάδες στην Κιότζα από τον Βασίλη Παπαβασιλείου (2014), ο Φάουστ του Γκαίτε από την Κατερίνα Ευαγγελάτου (2016), ο Άμλετ από τον Γιάννη Κακλέα (2017), ο Γλάρος του Τσέχοφ από τον Γιάννη Χουβαρδά (2017), ο Ηλίθιος του Ντοστογιέφσκι (2018) και το What We Owe Democracy (2024) σε σκηνοθεσία Νίκου Διαμαντή, το Τραμ με το Όνομα "Πόθος" από τον Μιχαήλ Μαρμαρινό (2018), Ο Χορός της Φωτιάς του Άρη Μπινιάρη (2019), η επετειακή παράσταση 1821-Η Επιθεώρηση σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά (2021), καθώς και Ο Θείος Βάνιας με τον Δημήτρη Καταλειφό (2024).

Ταυτόχρονα, η σύγχρονη αυτή περίοδος σφραγίζεται από τη βαθιά ώσμωση του Θεάτρου με τον ίδιο τον αστικό ιστό. Σε έναν Πειραιά που συνεχίζει να μεταμορφώνεται, το Δημοτικό Θέατρο αγκαλιάζει την καθημερινότητα της πόλης, τους θορύβους του λιμανιού, αλλά και τη δυναμική ενέργεια της νέας γενιάς που οικειοποιείται καθημερινά τον περιβάλλοντα χώρο και την πλατεία Κοραή. Υιοθετώντας μια πολιτική εξωστρέφειας, κοινωνικών παρεμβάσεων και συμπεριληπτικότητας, το Θέατρο αποδεικνύει ότι δεν αποτελεί απλώς ένα διατηρητέο μνημείο, αλλά ένα πεδίο ελευθερίας, ευθύνης και δημιουργικού διαλόγου, επιβεβαιώνοντας τη θέση του ως η πολιτιστική καρδιά του επινείου.